Μάθημα 5 Διατροφικά θέματα 

Η διατροφή είναι θεμελιώδης για την ανάπτυξη, το μεγάλωμα και τη διατήρηση της υγείας των παιδιών.

  • Φρούτα και λαχανικά
  • Προϊόντα ολικής άλεσης
  • Γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς λιπαρά ή με χαμηλά λιπαρά
  • Φαγητά πλούσια σε πρωτεΐνη
  • Λάδι
  • «Παγκοσμίως το 2020, 149 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών υπολογίζεται ότι πλήττονταν από καθυστέρηση στην ανάπτυξη, 45 εκατομμύρια υπολογίζεται ότι υπέφεραν από απώλεια βάρους και 38,9 εκατομμύρια ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα».
  • «Περίπου το 45% των θανάτων μεταξύ παιδιών κάτω των 5 ετών συνδέονται με υποσιτισμό. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Ταυτόχρονα, στις ίδιες αυτές χώρες, τα ποσοστά παιδικού υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας αυξάνονται».

Πηγή: https://www.pexels.com  

Μη κατάλληλη θρέψη

Ο υποσιτισμός περιλαμβάνει ελλείψεις, υπερβολές ή ανισορροπίες στην πρόσληψη ενέργειας ή/και θρεπτικών συστατικών από ένα άτομο. Υπάρχουν τρεις κύριες μορφές υποσιτισμού:

  • Υποσιτισμός, που περιλαμβάνει απώλεια βάρους (χαμηλό βάρος για το ύψος), καθυστέρηση (χαμηλό ύψος για την ηλικία) και χαμηλό για την ηλικία βάρος (λιποβαρές παιδί)
  • Μη κατάλληλη θρέψη που σχετίζεται με μικροθρεπτικά συστατικά, η οποία περιλαμβάνει ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών (έλλειψη σημαντικών βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων) ή περίσσεια μικροθρεπτικών συστατικών.
  • Υπερβολικό βάρος, παχυσαρκία και μη μεταδοτικές ασθένειες,που σχετίζονται με τη διατροφή (όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτης και καρκίνος).

Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη εμφανίζεται λόγω του χρόνιου υποσιτισμού στην πρώιμη παιδική ηλικία. Τα παιδιά που υποφέρουν από καθυστέρηση στην ανάπτυξη, μπορεί να μην φτάσουν ποτέ στο μέγιστο ύψος τους, ούτε στην πλήρη γνωστική τους ανάπτυξη. 

Η απώλεια βάρους  είναι μια απειλητική για τη ζωή κατάσταση που προκαλείται λόγω κακής πρόσληψης θρεπτικών συστατικών ή/και ασθένειας. Μια γρήγορη μείωση του διατροφικού επιπέδου εντοπίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζει αυτό το σύνδρομο. Επιπλέον, η απώλεια βάρους στα παιδιά αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό τους σύστημα, επομένως είναι πιο επιρρεπή σε λοιμώξεις.   

Το υπερβολικό βάρος είναι συνήθως το αποτέλεσμα του ανθυγιεινού τρόπου ζωής, στον οποίο η κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου.

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενα μαθήματα, ορισμένοι πληθυσμοί είναι πιο ευάλωτοι σε διατροφικά προβλήματα λόγω των συνθηκών διαβίωσής τους.

Οι διαταραχές ανάπτυξης είναι κοινές μεταξύ των παιδιών προσφύγων/μεταναστών, τόσο στον υποσιτισμό (απασχόληση και καθυστέρηση) όσο και στο υπερβολικό βάρος και την παχυσαρκία.

  • Αναιμίας
  • Θαλασσαιμίας (Μεσογειακή αναιμία)
  • Ανεπάρκειας γλυκόζης-6-φωσφορικής αφυδρογονάσης
  • Ελλείψεων μικροθρεπτικών συστατικών όπως ο σίδηρος, η βιταμίνη D, η βιταμίνη Β12, η βιταμίνη Α, ο ψευδάργυρος, το ιώδιο, η βιταμίνη Β3 (νιασίνη), η τρυπτοφάνη και η βιταμίνη Β1 (θειαμίνη)

Η αναιμία (η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο των επιπέδων μικροθρεπτικών συστατικών) είναι διαδεδομένη στα παιδιά μεταναστών. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι συχνή σε αυτόν τον πληθυσμό, λόγω της περιορισμένης πρόσληψης βιταμίνης D, παράλληλα με την έλλειψη έκθεσης στο ηλιακό φως. Ο υποσιτισμός μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη των παιδιών και μπορεί επίσης να οδηγήσει σε καταστάσεις, όπως η διάρροια και οι αναπνευστικές ασθένειες που σχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας στα παιδιά.

Από την άλλη, ειδικότερα, τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, το υπερβολικό άγχος, η αλλαγή διατροφικών συνηθειών, η υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής και των πολιτισμικών πεποιθήσεων και αξιών, θέτουν τα παιδιά μεταναστών σε υψηλότερο κίνδυνο για παχυσαρκία.

Ο υποσιτισμός έχει, επίσης, συνδεθεί με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, καθώς η επισιτιστική ανασφάλεια συσχετίζεται αντιστρόφως με το οικογενειακό εισόδημα.

Επιπλέον, το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο έχει συσχετιστεί με χαμηλότερη κατανάλωση υγιεινών τροφίμων. Πιο συγκεκριμένα, έχει εντοπιστεί χαμηλότερη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και υψηλότερη κατανάλωση ενεργειακά πυκνών τροφίμων. Αυτό αποδίδεται στο το γεγονός ότι τα ενεργειακά πυκνά τρόφιμα τείνουν να κοστίζουν λιγότερο από τα υγιεινά τρόφιμα, επομένως οι γονείς που δυσκολεύονται οικονομικά πιέζονται να διαλέξουν την ανθυγιεινή επιλογή.